17/6/17

Βασανιστήρια φιλοτέχνων

(Εφημερίδα των συντακτών 17 Ιουν. 2017)


Ρόμπερτ Γουίλσον - Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στο Φεστιβάλ Αθηνών
Κάποτε τον χειμώνα είχαμε αυτονόητα τις χειμερινές αίθουσες και το καλοκαίρι τις θερινές: έκλειναν το καλοκαίρι οι χειμερινές κι άνοιγαν οι θερινές, ιδίως τα σινεμά, γιατί από θέατρα, πέρα από τις επιθεωρήσεις, μόνο το φεστιβάλ υπήρχε, το Ηρώδειο δηλαδή, όπου περιμέναμε κάνα ξένο θέατρο ή ορχήστρα.

Ήρθε έπειτα το Μέγαρο, που μ’ όλα τα στραβά του, πλούτισε αναντίρρητα την πολιτιστική ζωή μας. Και το Μέγαρο φυσικά έκλεινε το καλοκαίρι, και ήμασταν πάλι με τα θερινά τα σινεμά και το Ηρώδειο. Δεν ήταν πολλά, δεν ήταν όμως και λίγα, αν βάλεις πως αρχίζαν και τα μπάνια και κυρίως τα τραπεζάκια έξω, η χαλάρωση λίγο πριν από τις διακοπές.

Ώσπου ήρθε ο Λούκος, και μας έβαλε να τρέχουμε, με την ψυχή στο στόμα, να προλάβουμε τα μύρια όσα δεν είχαμε ποτέ φανταστεί πως θα τα ’χαμε ξαφνικά μπρος στα πόδια μας, άσε που πολλά, αν όχι τα περισσότερα, δεν τα ’χαμε καν ακουστά. Τέρμα η χαλάρωση, έπρεπε τώρα να σπεύσουμε να μάθουμε, να πληροφορηθούμε, κι έπειτα να διαλέξουμε, να συνδυάσουμε, τέλος να βρούμε εισιτήρια –εννοείται και χρόνο, και επίσης εννοείται και χρήματα.

Στην τσίτα λοιπόν, καλοκαιριάτικα. Και καλοκαιριάτικα ο Λούκος μάς έκλεισε πρώτη φορά μέσα, μας έμαθε να μπαίνουμε σε κλειστούς χώρους. Αρχικά ήταν η περίφημη πια Πειραιώς 260, με τα παλιά βιομηχανικά κτίρια, σύντομα όμως άρχισαν να φιλοξενούνται εκδηλώσεις στο Μέγαρο και σε άλλα χειμωνιάτικα θέατρα. Μας ξένισε πολύ αυτό, έμοιαζε σόλοικο, αλλά και δυσάρεστο, να ’μαστε κατακαλόκαιρο μ’ ένα πουλόβερ στο χέρι, για να αντιμετωπίσουμε τα ύπουλα κλιματιστικά· ώσπου κάποτε συμφιλιωθήκαμε –με τον εγκλεισμό· με το πουλόβερ, εγώ τουλάχιστον, όχι.

Έμενε κάτι ακόμα, πολύ βασικό, έστω πάλι για μένα, και αφού παραβλέψουμε προς στιγμήν το θέμα του χρόνου και το οικονομικό: οι συνεχόμενες εκδηλώσεις, δύο και τρεις στη σειρά. Προσωπικά μου είναι δύσκολο, ούτε και θέλω, να αφομοιώσω διαφορετικά πράγματα σε ελάχιστο χρόνο. Αλλά περισσότερο δεν θέλω να δω μια ωραία παράσταση, θέατρο ή χορό, ή να ακούσω μια ωραία συναυλία, και να πρέπει να χωνέψω μέσα σε μια μέρα όλη την απόλαυση, για να πάω την επομένη και να δω ή να ακούσω, στην καλύτερη περίπτωση, κάτι εξίσου καλό, στη χειρότερη κάτι κακό, που θα μου καταστρέψει τη μαγεία της προηγούμενης βραδιάς.

Ώσπου ήρθε και η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, την εποχή πάντως που είχε αρχίσει η παρακμή του Μεγάρου, με εξαιρετικές μετακλήσεις και εκδηλώσεις κι αυτή· βάλτε τώρα και τα εκατοντάδες γηγενή θέατρα, ο υπερσιτισμός είναι σταθερή συνθήκη, χειμώνα καλοκαίρι. Και ήρθε τώρα και το πολλά υποσχόμενο Ίδρυμα Νιάρχου, όπου η υπερπροσφορά τείνει να γίνει βραχνάς για τον φιλότεχνο, για να μην πω και σκέτα τον φίλο, αφού στις αναρίθμητες εκδηλώσεις, πέρα από το καθαυτό ενδιαφέρον, όλο και κάποιος φίλος θα συμμετέχει. Πού να πρωτοπάς και πότε, χώρια το πώς.

Στο Ίδρυμα Νιάρχου λοιπόν, όπου πήγα και εθαύμασα, την Καθαρή Δευτέρα, κτίρια, περιβάλλοντα χώρο και προπάντων λαϊκή προσέλευση, όσο κι αν προσωπικά δεν μου αρέσει το φράγμα που διακόπτει τη φυσική κλίση του λεκανοπεδίου και της πόλης προς τη θάλασσα, πλήθος εκδηλώσεις έρχονται να εμπλουτίσουν ακόμα περισσότερο την καλλιτεχνική ζωή του τόπου· να εμπλουτίσουν αλλά και εκ των πραγμάτων να κοντράρουν π.χ. το φεστιβάλ, που, έπειτα από την άκομψη αποπομπή του Λούκου, συνεχίζεται από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με απροσδόκητη επιτυχία, θα πω, κι όχι επειδή είναι φίλος μου.

Πλάι σ’ ένα πληθωρικό, ιδίως φέτος, φεστιβάλ, όπου προσωπικά διάλεξα με το σταγονόμετρο λιγότερες κι απ’ τις μισές εκδηλώσεις που θα ’θελα να παρακολουθήσω, το Ίδρυμα Νιάρχου μας καλεί καθημερινά, επί μία ολόκληρη βδομάδα, την ερχόμενη, σε μια σειρά εκδηλώσεων λόγου, τη μια πιο ενδιαφέρουσα απ’ την άλλη, με πρώτη μία για το δημοτικό τραγούδι, όπου κι ο φίλος μου ο Μπουκάλας –όμως καλοκαιριάτικα, σε κλιματιζόμενες αίθουσες, ώρα 6.30 το απόγεμα. Μου φαίνεται αδιανόητο, κάτι σαν στοίχημα να γίνουμε π.χ. Παρίσι, όπου, ε, ψιλοβρέχει, πάμε σε καμιά εκδήλωση να περάσει κι η ώρα… Χώρια το πού απευθύνεται, σε αργόσχολους ή τι;

Και σχεδόν παράλληλα εξαιρετικές μουσικές εκδηλώσεις, δύο με έργα Γιάννη Χρήστου, άλλη με όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, για να σταθώ σε ό,τι με ενδιαφέρει αμεσότερα.[1] Του Κουμεντάκη μάλιστα είναι δωρεάν, με δελτία προτεραιότητας που μοιράζονται μία ώρα πριν. Κι επειδή η συγκεκριμένη εκδήλωση είναι στις 7 και τις 11 μ.μ., κάποιος πρέπει να στηθεί απ’ τις 6, το αργότερο, σχεδόν μεσημέρι, καλοκαιριάτικα.

Μοιάζει με άτυπο ανταγωνισμό ή με αγώνα κυριαρχίας, όταν το καλοκαίρι θα ’πρεπε πιστεύω να αφήνεται κυρίως στο φεστιβάλ, με τις ξένες παραγωγές, που δεν θα ’χει κανείς άλλη ευκαιρία να παρακολουθήσει, αντίθετα με τις εξαιρετικές, ξαναλέω, εκδηλώσεις του Ιδρύματος Νιάρχου, που εντέλει αδικούνται, καλοκαιριάτικα, επίσης ξαναλέω, μέσα στον συνωστισμό.

Αλήθεια, κρίμα.



[1] Αναφέρομαι ενδεικτικά στον κύκλο εκδηλώσεων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Λυρικής Σκηνής, μικρό μόνο μέρος του Summer Nostos Festival που οργανώνεται από το Ίδρυμα Νιάρχου, με «πάνω από 400 Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και συντελεστές [που] συνεργάζονται δημιουργικά και προσφέρουν περισσότερες από 75 εκδηλώσεις…»

buzz it!

11/6/17

Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε… - Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε… - Προσδοκώ την βράβευσιν νεκρών

(Εφημερίδα των συντακτών 10 Ιουνίου 2017)


Φρυκτωρείτε και προσεύχεσθε…

«Επαναστάτησε η Τρίπολη εναντίον των έμφυλων ταυτοτήτων» τιτλοφορούσε ο ιστότοπος arcadiaportal.gr, «Η Ηλεκτρονική Πύλη της Αρκαδίας» (31/5), την πολεμική ανταπόκριση από συγκέντρωση κατά της θεματικής εβδομάδας στη μέση εκπαίδευση, με την περίφημη πια υποενότητα για τις έμφυλες ταυτότητες, την έμφυλη βία κτλ.

Σύμπασες οι αρχές, μητροπολίτης, δήμαρχος και σία, και πλήθος κόσμου που σχημάτιζε ουρά για να υπογράψει το σχετικό ψήφισμα, άκουσαν ευλαβικά μια καθηγήτρια της Φιλοσοφικής του Αθήνησι, Μαρία Μαντουβάλου τούνομα, και έναν καθηγητή Παθολογίας στο Αριστοτέλειο, ονόματι Απόστολο Χατζητόλιο, και έμαθαν τα εξής:

Καθηγήτρια: «Είναι κοινοί επίορκοι και λιποτάκτες των καθηκόντων τους οι πνευματικές και πολιτικές ηγεσίες που κωφεύουν αντί να φρυκτωρούν [sic και πάλι sic!], αφήνοντας το ένα κάστρο μετά το άλλο να πέφτουν από μέσα, ως μια άλλη κερκόπορτα. Άφησαν τα περιπλανώμενα πρόβατα να τα κατασπαράξει ο λύκος. […] Αφαιρείται έντεχνα κάθε γνώση Θεού και αξιών, και αυτή η γνώση υποκαθίσταται από τη νέα τάξη.

»Τα τελευταία χρόνια στο υπουργείο Παιδείας εργάζονται για να διαφθείρουν τα ελληνόπουλα, προτρέποντάς τα στην ακολασία και στην αισχρότητα από το Νηπιαγωγείο…»

Καθηγητής: «Στα σχολικά προγράμματα αποψιλώνονται η Γλώσσα, η Ιστορία και τα Θρησκευτικά. Όλες οι παρατάξεις υπερψήφισαν. Και οι δεξιές, κατ’ όνομα, και οι αριστερές, πάλι κατ’ όνομα. Το σύμφωνο συμβίωσης έτρεξε η συντηρητική παράταξη να το υπερψηφίσει. Είμαι αντίθετος με το σύμφωνο συμβίωσης επειδή είναι ρατσιστικό. Επειδή δεν προβλέπει την περίπτωσή μου: Συζώ με δυο γυναίκες, δυο άντρες και πέντε σκύλους. […]

»Βαφτίζουμε οποιαδήποτε διαφορετική γνώμη ως ρατσισμό. Αν αυτό δεν είναι φασισμός, αν αυτό δεν είναι αντιδημοκρατική συμπεριφορά, αν η διάλυση των αντιδιαδηλώσεων δεν είναι φασισμός, τι είναι; Αν μιλήσετε για την ομοφυλοφιλία, είστε ρατσιστής. Μα, να μην μιλήσω για την ομοφυλοφιλία; Αφού είμαι γιατρός. Η ομοφυλοφιλία είναι πάθηση…»

Φρυκτωρείτε, αδελφοί! Ας προφυλάξουμε τα τέκνα μας στο νηπιαγωγείο απ’ την ακολασία, ας αγωνιστούμε να νομιμοποιηθεί η συμβίωσή μας με τις κατσαρίδες! Φρυκτωρώμεν!


ΥΓ. Το ρ. φρυκτωρώ αποτελεί κατασκευή της κ. καθηγητρίας, που προφανώς μπέρδεψε τη φρυκτωρία (σύστημα συνεννόησης με πυρσούς από μακριά τη νύχτα) με τον φρουρό στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, που αγρυπνά να δει τη φρυκτωρία ότι έπεσε η Τροία· κατ’ αυτήν λοιπόν φρυκτωρία= αγρύπνια, άρα «φρυκτωρώ»= αγρυπνώ.


Στην Αυτοκρατορία του Καπνού

Παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος τις προάλλες· πάει, τελείωσε, θα τηρηθεί αυστηρά ο νόμος, είπαν και πάλι οι αρμόδιοι. Ούτε για να γελάσεις δεν είναι, καθώς μάλιστα μπήκε το καλοκαίρι, κι ώς τον χειμώνα θα ’χουν όλα πάλι ξεχαστεί.

Πάνε 10 ολοστρόγγυλα χρόνια, κατά σύμπτωση, που έγραφα δύο συνεχόμενες επιφυλλίδες: «Ο καημός του μη καπνιστή» και «Εκ στόματος καπνιστών» (Τα Νέα 28.4 και 12.5.2007· τώρα, Στοιχήματα Γ΄, Γαβριηλίδης, 2014, σ. 155-62 και 163-71). Από τότε τίποτα, κι ενώ επιμένω πως χρειάζεται κανείς, ή και οφείλει, να επανέρχεται, στα ίδια και στα ίδια. Οι λόγοι της αποχής, προφανείς: η ματαιότητα βεβαίως, μα πιο πολύ η αδυναμία να στέκεσαι απέναντι στη συντριπτική και αμείλικτη πλειονότητα, αδυναμία πρακτική αλλά και συναισθηματική, αφού στην πλειονότητα είναι και φίλοι και δικοί.

Μα να διαβάζω και πως πρέπει να είναι κανείς «φιλιωμένος» με το σώμα του που καπνίζει, οπότε «να αποβάλει τις νευρώσεις του» και να συνεχίσει να καπνίζει, και να συνεχίσει αναλόγως και το αλκοόλ, τη ζάχαρη και τα «λοιπά τροφικά “μπιχλιμπίδια”» –κόβω πια φλέβες! Καθώς μάλιστα ξέρω καλά, γερός καπνιστής παλιά, και το ομολογούν απαξάπαντες οι καπνιστές, πως από τους κυριότερους λόγους για το κάπνισμα είναι ακριβώς η «κοινωνική αμηχανία». 

«Μα ο καπνός, η ζάχαρη, όλα αυτά, δεν είναι τάχα σύμπτωμα νεύρωσης, ένδειξη μη συμφιλίωσης με το σώμα;» σχολίασε σχετικά ένας φίλος που βασανίζεται κι ο ίδιος με καπνό και με κιλά.

Και λίγα είπε.


Προσδοκώ την βράβευσιν νεκρών

Δόθηκαν και φέτος τα βραβεία Public, που τείνουν να γίνουν θεσμός, ό,τι και να λέμε. Βέβαια, αν σκεφτούμε πως οι Γάλλοι έχουν Βραβείο Μυθιστορήματος Récamier, όχι της περίφημης Μαντάμ Ρεκαμιέ που μεσουρανεί αρχές του 19ου αιώνα, αλλά του (εξαιρετικού, ομολογουμένως) σύγχρονου εστιατορίου, μια χαρά είμαστε με τα βραβεία αλυσίδας πολυκαταστημάτων.

Κι ας μην καταλαβαίνουμε την κατηγορία βιβλίων «Ηρωίδα έμπνευση», κι ας μας ξενίζει ιδιαίτατα η απουσία του ονόματος του μεταφραστή ή της μεταφράστριας στην κατηγορία «Μεταφρασμένο μυθιστόρημα» (το φετινό βραβευμένο μάλιστα, της Τζότζο Μόις, στη σελίδα με τα αναλυτικά στοιχεία, φέρεται να έχει «Γλώσσα συγγραφής: Ελληνικά»).

Κι ας μη βραβεύτηκε, στην κατηγορία «Ελληνικό Non-Fiction» (!), ο από τρία χρόνια πεθαμένος Κωστής Παπαγιώργης, ενώ πέρσι στην Ελληνική Ποίηση είχε βραβευτεί ο Καβάφης!

Του χρόνου, αν βάλουν Οδυσσέα Ελύτη, θα ψηφίζω ασταμάτητα.

buzz it!

3/6/17

Ακραίως και ομόρφως

(Εφημερίδα των συντακτών 2 Ιουν. 2017)


νά τι σου κάνει μια απεργία οδοσαρωτών



«Παρακαλείστε / Μη στηρίζετε την πόρτα ανοιχτή / Με το ποδόμακτρο (την ψάθα) / Διότι θα καταστραφεί (θα μαδήσει)» έγραψε ωραία ωραία στον κομπιούτερ ο διαχειριστής ή η διαχειρίστρια ή κάποιος ένοικος της πολυκατοικίας και το κόλλησε στην είσοδο: επίσημη, ειδική η χρήση, απαιτούσε και επίσημες λέξεις: ποδόμακτρο για τους ομοίους, ψάθα σε παρένθεση για τους πληβείους (το αλίευμα από το φέισμπουκ).

Η γνωστή ιστορία, η υπόρρητη επιταγή να γραβατώνουμε τη γλώσσα μας, όταν έχουμε μπροστά μας χαρτί, μικρόφωνο ή κάμερα. Πάλι καλά που υπάρχει κάποτε συναίσθηση του εγχειρήματος, και δίνεται μαζί και η μετάφραση. Ανάλογο ένα παλιότερο αλίευμα του Παντελή Μπουκάλα, πρόχειρες πινακίδες του Δήμου Αθηναίων, που έγραφαν: «Μην παρκάρετε αύριο, γιατί θα γίνει υδροσάρωση», μετέφραζαν ωστόσο σε παρένθεση: «πλύσιμο δρόμων».

Πρόσφατα στην Κυψέλη, πάλι ο Δήμος προειδοποιούσε ότι «Θα πραγματοποιηθούν εργασίες καθαίρεσης πλακοστρώσεων», όπου, εντάξει, δεν έχουμε καθαρεύουσα που να θέλει μετάφραση, έχουμε όμως ακριβώς γραβατωμένο λόγο, με αποτέλεσμα τη μεγαλειωδέστατη ακυρολεξία: «καθαίρεση πλακοστρώσεων», αντί για το καταπώς (μάς) φαίνεται «πτωχό», ότι «θα ξηλωθούν οι πλάκες του πεζοδρομίου».

Γιατί άλλα ζητεί η ψυχή μας, γι’ άλλα κλαίει… Που όταν μάλιστα δεν τα βρίσκει, κάθεται και τα φτιάχνει: δεν της αρκούσε της δημοσιογράφου ο οδοκαθαριστής, με τις λόγιες προδιαγραφές του (ο οποίος, ας σημειωθεί, αντικατέστησε και τον ελαφρώς διαφορετικό σκουπιδιάρη, όπως και το απορριμματοφόρο το σκουπιδιάρικο, για λόγους γλωσσικής αλλά κυρίως, υποθέτω, κοινωνικής ευπρέπειας), και σκάρωσε τον «οδοσαρωτή»: για «απεργία των οδοσαρωτών» έγραφε λοιπόν μια λεξιπλάστρια δημοσιογράφος (Βημαγκαζίνο 17.1.10: δίνω παραπομπή, μόνο και μόνο επειδή η λέξη, ευτυχώς από μιαν άποψη, είναι ανεύρετη στο διαδίκτυο).

Είναι προφανές πως, πίσω απ’ αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει, συνειδητά ή ασύνειδα, πάντως βαθιά εσωτερικευμένη, η απαξίωση της νεοελληνικής γλώσσας, και συνεπώς η άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας. Αλλά κατά κανόνα και κάτι ακόμα: η εκζήτηση. Που δεν είναι πάντοτε εξόφθαλμη, όπως στα παραδείγματά μας, αλλά μπορεί να εκφράζεται με μια υποτίθεται απλή (ποτέ δεν είναι απλή!) ορθογραφική επιλογή, ή ένα μορφολογικό τερτίπι, μια απλή κατάληξη.

Πρώτα, η ήσσονος σημασίας ορθογραφική επιλογή: «Επί τούτω» ονομάζεται μια καινούρια εκπομπή στην κρατική ΕΡΤ, την ίδια που ώς πρόσφατα, με τον τίτλο εκπομπής της: «Ωραίοι ως Έλληνες», επέμενε να διορθώνει τον Εγγονόπουλο, ο οποίος χαιρέτιζε τον Μπολιβάρ τάχα μαλλιαριστί: «είσαι ωραίος σαν Έλληνας».

Λήμμα επιτούτου & επιτούτο έχει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που ετυμολογεί: «λόγ. φρ. επί τούτο, επί τούτου», και επιτούτου το Νέο Ελληνικό Λεξικό του Κριαρά. Ενώ το νεότερο, Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας: επιτούτου= (λόγ.) σκόπιμα, επίτηδες, ή επί τούτου, και (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο. Ε, η εκπομπή το «σπάνιο και λόγιο» ψώνισε, αυτό που κυρίως δεν λέμε σήμερα, το επί τούτο, και ακόμα περισσότερο δεν γράφουμε: επί τούτω. Που είναι ωστόσο, όπως ίσως το φανταστήκατε, η μοναδική πρόταση του Μπαμπινιώτη. Δικαίωμά του τού καθενός να επιλέγει; Προφανώς· όχι όμως η κρατική τηλεόραση, που θα όφειλε να ακολουθεί την ισχύουσα σχολική ορθογραφία.

Και η μορφολογική επέμβαση: Ακραίως λέγεται μια τηλεοπτική ενημερωτική εκπομπή στον Σκάι: όπου, δηλαδή, από το «μαλλιαρό» τάχα ακραία: αντέδρασε ακραία, συμπεριφέρεται ακραία…  κατασκευάστηκε ξαφνικά «καθαρεύων» τύπος, ο οποίος μάλιστα αρχίζει να εκτοπίζει και το υπαρκτότατο –και μια χαρά λόγιο– άκρως (άκρως απόρρητο, άκρως επικίνδυνο κτλ.).

Ας σταθούμε λίγο στα επιρρήματα και στην τάση να τρέπουν την κατάληξη -ως σε -α, αλλαγή που γεννά πύρινα άρθρα και επιστολές στις εφημερίδες: υπάρχουν (σήμερα, εννοείται· σήμερα ακόμα) επιρρήματα μόνο σε -ως: σαφώς, ομολογουμένως· άλλα μόνο σε -α: όμορφα (περάσαμε όμορφα), υπέροχα (φάγαμε υπέροχα)· και υπάρχουν και επιρρήματα και σε -ως και σε -α, με σημασιολογική συνήθως διαφορά, όπως: απλώς/απλά, ευχαρίστως/ευχάριστα, αδιακρίτως/αδιάκριτα· εδώ θα μπορούσαμε, ίσως, να δούμε και τα άκρως/ακραία, που κι αυτά δεν είναι εναλλάξιμα: δεν λέμε «αντιδρά άκρως» ούτε «ακραία αποκαλυπτικό».

Στην περίπτωση της τηλεοπτικής δηλαδή εκπομπής, το ακραία που ήθελε ο δημιουργός της δεν εκφράζεται με το άκρως. Κι έτσι έκανε κι αυτός, σε μια κίνηση ευπρεπισμού, το ακραία ακραίως. Ακριβώς σαν να ’λεγε «περάσαμε ομόρφως» και «φάγαμε υπερόχως».

Κι όμως, καθότι λογιόμορφο, δεν σχολιάστηκε καθόλου. Και ίσα ίσα, άρχισε δική του καριέρα, αντικαθιστώντας, όπως είπα, το δόκιμο και λόγιο άκρως: διαβάζω έτσι τίτλο στο ιντερνετικό Βήμα (12.1.2016): «ΟΗΕ: Είδαμε ακραίως υποσιτιζόμενα παιδιά στη Μαντάγια της Συρίας».

Ή στον ιστότοπο crazy news.gr, που αναφέρεται σε κάποια αθλητικογράφο η οποία γδύνεται, καθώς λέει τις ειδήσεις (31.8.2015): «Στη Βενεζουέλα το αθλητικό ρεπορτάζ είναι ακραίως αποκαλυπτικό».

Ώσπου γίνεται άλλη μία «λέξη-περίπου», σε πρόσφατο μήνυμα του Προκόπη Παυλόπουλου, που διαμηνύει στην Τουρκία ότι «δεν είναι λογική η αμφισβήτησή της [= της Συνθήκης της Λοζάννης], ούτε ακραίως ούτε βεβαίως εκ πλαγίου».

Όντως, οδεύουμε ωραίως.

buzz it!