24/5/14

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος - Η γερή σοδειά - Απόστολοι εκ περάτων

(συντομευμένη μορφή στην Εφημερίδα των συντακτών, 23 Μαΐου 2014)




(Βενετία 1993, στο βαπορέτο --ακόμα κι εκεί πρόβα; δε θυμάμαι, αλλά δεν αποκλείεται)
 

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος

«…εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον…» ανέβηκε αυτοσχεδιάζοντας στα ύψη, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής, γιά δες, θαύμασα, σαν να μην είχε τσακίσει πριν ούτε στιγμή η φωνή! Γιά δες, είπα, και έδιωξα αμέσως τον ζοφώδη συνειρμό που γέννησε η συγκεκριμένη φράση.

Ήταν άλλωστε θεαματική η ανάκαμψη απ’ την αρρώστια του, την αρρώστια που θέλησε να τη διαχειριστεί μόνος του, και σου μιλούσε προϋποθέτοντας ότι ξέρεις, χωρίς όμως καμία ρητή αναφορά δική του: «Με τη βοήθεια του Θεού… καλά πάει» έλεγε, και καμάρωνε για τα κιλά που είχε χάσει, και «Δες, εγώ έβγαλα μαλλί», μου έδειξε τελευταία γελώντας το γεμάτο χνούδι κεφάλι του. Στο τέλος της ακολουθίας έλαμπε, όπως πάντα, σαν μικρό παιδί, με τα θερμά λόγια φίλων και γνωστών: «Ωραία ήταν, ε; άντε και του χρόνου» έλεγε, όμως το εξαίσιο σόλο και όλα τα «ωραία» ήταν, φαίνεται, η τελευταία αναλαμπή.

Αλλά έστω έτσι: έφυγε ορθός, πιστεύοντας ίσως πως το πήδηξε το χαντάκι, πως όλα ξαναρχίζαν όπως πριν, η φωνή, προπάντων η φωνή: «Πέρασε κι ένα κρύωμα που είχα, ευτυχώς δεν επηρέασε τη φωνή· αλλιώς, το διανοείσαι;» μου έλεγε στο τηλέφωνο, αρχές Μεγαλοβδομάδας. Μεγάλη Πέμπτη μόνο αξιώθηκα να πάω και Μεγάλη Παρασκευή, τα ’παμε λίγο μετά στο πόδι, τελευταία φορά που τον είδα, τα τελευταία λόγια που ανταλλάξαμε διά ζώσης, απ’ το τηλέφωνο μόνο μετά. Μετά, το τηλεφώνημα του Γιάννη, ότι δεν θα υπάρξει, ίδιο τουλάχιστον, «μετά».

Ώστε ήταν σημαδιακό το σόλο στο «ζωήν την αιώνιον»: έψαλε τον μέγα ύμνο του, τον μέγα πόθο και παράκλησή του, και έπειτα έσβησε· σίγουρος, πιστεύω, πως θα εισακουστεί, τόσα που έκανε, τόσα που έδωσε. Μακάρι, σκέφτηκα, να υπάρχει εκεί η αιώνια ζωή όπως την πίστευες, Λυκούργο, όμως εδώ σίγουρα θα την έχεις, με τόσο σπόρο που έσπειρες.


Η γερή σοδειά

Έφυγε ορθός, είπα, ο Λυκούργος. Περήφανος, πρέπει, και ευτυχής, για το τεράστιο ερευνητικό, διδακτικό, ερμηνευτικό, αλλά και συνθετικό έργο του. Ευτυχής, και χορτάτος πρέπει, καθώς έζησε πλούσια την αναγνώριση. Μαθητής του Σίμωνα Καρά, του ανθρώπου που επανασύνδεσε το κομμένο νήμα με την παλαιά παράδοση, διέδωσε τη μέθοδο του Δασκάλου μέσα από τα ωδεία, όπου ώς τότε η εκδυτικισμένη βυζαντινή διδασκόταν με πιάνο, έπειτα με τους μαθητές του, που εξαπλώθηκαν παντού, σ’ όλη την Ελλάδα και σε πλήθος ξένες χώρες, ψέλνοντας αλλά και διδάσκοντας τώρα κι αυτοί, στήνοντας κι αυτοί χορωδίες, με πλούσια ήδη δισκογραφία, στο Αγρίνιο ο Ανδρέας Λανάρας, εδώ και στο Βατοπέδι ο Κώστας Αγγελίδης, συνεχίζοντας την έρευνα και τις εκδόσεις, ο Γιώργος Κωνσταντίνου κ.ά.
Άφησε πλήθος ηχογραφήσεις με σπάνιους θησαυρούς, πολλούς άγνωστους πριν, της βυζαντινής μουσικής, αλλά και της αρχαίας ελληνικής, και του παλαιορωμαϊκού μέλους, ακόμα και της σύγχρονης μουσικής, σαν σολίστ, αλλά κυρίως με το ακριβότερο παιδί του, την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία. Με την οποία ταξίδεψε επί 36 χρόνια τη βυζαντινή μουσική σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από την Ιταλία ώς τη Χιλή, από την Πολωνία ώς το Αζερμπαϊτζάν, πάνω από 1.000 συναυλίες σε πάνω από 80 χώρες.

Διευθυντής με μοναδική τεχνική, στην απαιτητική βυζαντινή μουσική, με τις ποικίλες θέσεις και αναλύσεις: «σπάνια συναντάς τέτοια διεύθυνση, και σε κορυφαίους μαέστρους της δυτικής μουσικής», μου έλεγε καθηγητής μουσικολογίας, και θυμήθηκα ένα ταξίδι στη Ρωσία το 1991, όπου μας βρήκε, σύμπτωση, το πραξικόπημα κατά του Γκορμπατσόφ, μας πήγαν κάποια μέρα σε κάτι εξοχές, γύριζαν ένα ντοκιμαντέρ για κάποιο ρωσικό τηλεοπτικό κανάλι, κάποια στιγμή μάς βάλαν να καθίσουμε σε κάτι βράχια: «Ψάλτε κάτι» μας είπαν, τι να ψάλουμε, πάρτες δεν είχαμε, είπαμε όμως το κράτημα του Ιωάννου, κρατήματα είναι τα «τεριρέμ» που λέμε, συλλαβές δίχως νόημα, άρα δεν έχεις κείμενο να σε βοηθάει, το είπαμε όμως μια χαρά, όχι τόσο επειδή το ξέραμε απέξω όσο επειδή μας καθοδηγούσαν με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια τα χέρια του Λυκούργου.

Γράφτηκαν πολλά τούτες τις μέρες· το συνθετικό του έργο ήθελα να επισημάνω τώρα, το σχεδόν παραγνωρισμένο ή πάντως παραμελημένο κι από τον ίδιο. Που ποτέ δεν του αφιέρωνε ούτε γραμμή στο βιογραφικό του. «Μάζεψε σ’ έναν τόμο τα δοξαστικά σου», του έλεγα, όταν σε διάφορους εσπερινούς των πιο απίθανων αγίων, τσουπ, έβγαζε απ’ την τεράστια τσάντα-θησαυροφυλάκιο εξαίσια τονισμένο το δοξαστικό του εσπερινού, συν το λεγόμενο «των αποστίχων». Αλλά και Εκλογές στίχων, στη μνήμη των αγίων Αποστόλων, στην εορτή των Χριστουγέννων κτλ., και άλλα έργα, που λίγα όμως παρουσίαζε σε συναυλίες, κι ακόμα λιγότερα αποτυπώθηκαν σε κασέτες ή δίσκους. Τι να πρωτοπρολάβει, διαμαρτυρόταν. Καλά, Λυκούργο, φτάνει, ξεκουράσου!

Είπα για τη θηρία τσάντα, την τσάντα απ’ όπου ανέσυρε θησαυρούς, μουσικά χειρόγραφα, ηχογραφήσεις από συναυλίες του ή ακολουθίες, παλιά σε κασέτες, έπειτα σε σιντί: αυτό το ’χεις; ετούτο; σ’ το ’χω δώσει; Κι όταν τέλειωνε η πρόβα, πάντα μετά τις δέκα, δέκα και μισή το βράδυ, κάτι να πει έπειτα στον έναν, κάτι στον άλλο, αμάν, Λυκούργο, κοντεύει εντεκάμισι πια, και στο αυτοκίνητο, βάζαμε την κασέτα ή το σιντί κι ακούγαμε: και το χαιρόταν σαν μικρό παιδί: άκου εδώ, κι αυτήν εδώ τη φράση, άκου κι αυτό, ωραίο δεν είναι; είδες το τέμπο; ενώ ενδιάμεσα, κατάκοπος πια, αποκοιμόταν· φτάναμε κάποτε κάτω απ’ το σπίτι του, αρχή Κυψέλης τότε, ο δρόμος έκανε μέσα και μπορούσες να σταθείς λίγο, τι λίγο, ώρα ολόκληρη· και πράξη δεύτερη: μισό λεπτό, ν’ ακούσουμε κι αυτό, και κατεβαίνω, άρχιζε το κομμάτι, αποκοιμόταν, και με την περίφημη ικανότητά του, γνωστή στους παλιούς ιδίως της χορωδίας, από την αγρυπνία στο Σινά λ.χ., που με την τελευταία νότα του άλλου χορού, οπ, άνοιγε τα μάτια, και άρχιζε να ψέλνει, έτσι και τώρα, με την τελευταία νότα του κομματιού, ξυπνούσε αυτόματα, και: κάτσε ν’ ακούσουμε και λίγο απ’ το άλλο, ξανάκλειναν τα μάτια, με τα πολλά κατέβαινε, κι ήξερα πως απάνω, στο σπίτι του, θα ’πεφταν και μερικά τηλεφωνήματα, φιλικά-συμβουλευτικά, επαγγελματικά, διάφορα, κι απ’ το πρωί ο ίδιος κύκλος. Με τη θηρία τσάντα να οργώνει, συχνά με τα πόδια, την Αθήνα, από το ’να ωδείο στο άλλο, στην εκκλησία, σ’ άλλα μαθήματα, στην πρόβα, και βεβαίως σε συναντήσεις, επαφές, οργανωτικά για συναυλίες, για τα ταξίδια, όλα τα διοικητικά, τα πάντα από τα χέρια του περνούσαν: θαύμα αντοχής –και αποτελεσματικότητας! Φτάνει, Λυκούργο, φτάνει, ξεκουράσου!


Απόστολοι εκ περάτων

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, [...] κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ, υιέ και θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα» καταλήγει ο Παρακλητικός Κανόνας της Θεοτόκου.

Την Τετάρτη, στην εκκλησία του, την Αγία Ειρήνη, και κατά το παλαιό τυπικό, όπως αποχαιρετούσε ώς τώρα ο ίδιος φίλους και συνεργάτες, τελευταία τον Αλέξη Γιαννακόπουλο, από τα ιδρυτικά μέλη της χορωδίας, πιο πριν τον συνθέτη  και διευθυντή του Δ.Σ. της χορωδίας Μιχάλη Αδάμη, πολύ πιο πριν την Πάνυ, τη γλυκύτατη γυναίκα του Αδάμη, ή τον νεαρότατο και χαρισματικό ηθοποιό Κωνσταντίνο Παπαχρόνη, γιο του Γιάννη Παπαχρόνη, παλιού στυλοβάτη της χορωδίας, στην Αγία Ειρήνη λοιπόν και έπειτα στο νεκροταφείο του Ζωγράφου, απόστολοι εκ περάτων, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, κι από Γαλλία, Σερβία, Ρουμανία, Αλβανία, Κύπρο, Αγγλία, Βουλγαρία, εκήδευσαν το σώμα του Λυκούργου. Και δεν ξέρω πάλι αν ο υιός και θεός, σίγουρα όμως όλοι, μαθητές, φίλοι, γνωστοί, όλοι μαζί παραλάβαμε το πνεύμα του, όσο μπορεί να αναδεχτεί, να σηκώσει ο καθένας, μια στάλα ο ένας, κάτι παραπάνω ο άλλος· άλλος για να το πάει λίγο παραπέρα, άλλος να το κρατήσει έστω για τον εαυτό του, θησαυρό ανεκτίμητο.

Μα με το λίγο, μα με το πολύ, σφραγίδα ζωής.



buzz it!

18/5/14

Λυκούργος Αγγελόπουλος (1941-2014)


στο καλό, Μαέστρο




νιε πανιμάγιου, μαέστρο, αν το θυμάμαι σωστά --αλλά τίποτα δεν είναι σωστό, έτσι κι αλλιώς, μαέστρο, τίποτα!
έτσι, νιε πανιμάγιου, "δεν καταλαβαίνω", όπως λέγαμε τότε στη Μόσχα, 23 κιόλας χρόνια πίσω, γιά φαντάσου!

κι αυτό το "ζωήν την αιώνιον", που τράβηξε σολάροντας η φωνή σου στα ύψη, σταθερότερα παρά ποτέ, Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, και μου πέρασε φευγαλέα η σκέψη η κακή: "σημαδιακό;" μα την απόδιωξα αμέσως, αφού έδειχνες και ακουγόσουν καλύτερα παρά ποτέ...
ώστε ήταν εντέλει σημαδιακό!

νιε πανιμάγιου, μαέστρο, όμως ζωήν αιώνιον σίγουρα θα την έχεις, μακάρι εκεί που πίστευες πως υπάρχει, σίγουρα όμως εδώ, με τόσο σπόρο που έσπειρες!

στο καλό, μαέστρο, κι ας νιε πανιμάγιου...

buzz it!

17/5/14

Ασκήσεις μνήμης, 77 (Ψευδοαντικειμενικότητα - Μνημονιακά μαθηματικά)

(Εφημερίδα των συντακτών, 16 Μαΐου 2014)
 

Ψευδοαντικειμενικότητα

Κάποιος συλλαμβάνεται, οδηγείται στο δικαστήριο, στη φυλακή…, γενικά σε οποιαδήποτε φάση κάθε υπόθεσης που απασχολεί τη δικαιοσύνη πάγια τακτική του αστυνομικού ή δικαστικού ρεπορτάζ, είναι να δίνεται ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης.

Και η λεπτομέρεια, που ανατρέπει την επιζητούμενη αντικειμενικότητα: Στη ροή της είδησης ο συνήγορος έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Μένουν έτσι οι τηλεθεατές με τη δική του επιχειρηματολογία, που εκφέρεται φυσικά συγκροτημένη, όσο κανένας κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε ποτέ να πετύχει. Αν συνυπολογίσουμε τη σχεδόν ενστικτώδη ταύτιση με τον αδύναμο, σίγουρα τον οίκτο και τη συμπάθεια για τον αδύναμο (αυτόν που βρίσκεται τώρα στη θέση του αδύναμου)· αν συνυπολογίσουμε επίσης τη συχνά τεράστια χρονική απόσταση από το αδίκημα ώς τη δίκη, οπότε λεπτομέρειες και καθέκαστα χάνονται μέσα στον χρόνο, και αναπόφευκτα ίσως δεν επαναλαμβάνονται κάθε φορά στο δελτίο ειδήσεων, τότε ο δίχως αντίλογο υπερασπιστικός λόγος, αν δεν αθωώνει, εδραιώνει σίγουρα την αμφιβολία.

Πάγια, είπα, τακτική, εν ονόματι της αντικειμενικότητας, η οποία ακριβώς παραβιάζεται με τη συγκεκριμένη τακτική: απλή αναφορά δηλαδή της κατηγορίας, σχεδόν η ανάμνηση της υπόθεσης, και μεθοδική έπειτα ανασκευή της από τον ειδικό. Και τελεία.

Κάποτε υπάρχει μόνο η ανασκευή. Από τον κατηγορούμενο, μόνο του, που σπαράζει: περίπτωση Μπούκουρα, η οποία στάθηκε αφορμή για το γενικότερο φαινόμενο που περιέγραψα.

Είχαμε λοιπόν την απολογία του με τους υστερικούς (κλινικά το εννοώ) γόους, αλλά και με μια επιθετική, κατά την αίσθησή μου, χροιά. Πάντως, ανεξάρτητα από τη δική μου ανάγνωση της σκηνής, ήταν ένα σπαραχτικό θέαμα, που εξασφάλιζε οίκτο και συμπόνια –και, ιδού, απέφερε καρπούς στην ψηφοφορία για την άρση της ασυλίας του! Η είδηση, συχνά με σχετικά στιγμιότυπα, μεταδόθηκε, όπως ήταν φυσικό, από όλα τα μέσα, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται –υποχρεωτικά, θα επιμείνω– από τις συγκεκριμένες κατηγορίες που τον βαραίνουν, μαζί και τα τεκμήρια της ενοχής του. Στις ειδήσεις μάλιστα του Real FM μεταδόθηκε ολόκληρη η σκηνή, αφιερώθηκε δηλαδή τεράστιος ραδιοφωνικός χρόνος στον μονόλογο του ανθρώπου που πετούσε στη θάλασσα Πακιστανούς, χωρίς καμία αναφορά στο ότι ο άνθρωπος αυτός πετούσε στη θάλασσα Πακιστανούς.

Βαρύτατος τραυματισμός, μπορεί και εν ψυχρώ δολοφονία της αντικειμενικότητας. (Που αλλιώς το λέμε και πλυντήριο. Υψηλής, προηγμένης τεχνολογίας.)


Μνημονιακά μαθηματικά

Μοιάζουν με τους ξεκαρδιστικούς σουρεαλιστικούς υπολογισμούς του Μποστ, είναι όμως, θέλουν να είναι, σοβαρά μαθηματικά. Τα μνημονιακά μαθηματικά, λέω εγώ, τα μαθηματικά της κρίσης, του ηθικού πανικού.

Ανακοίνωσε λοιπόν ο Δένδιας ότι, τα τέσσερα τελευταία χρόνια, από ενάρξεως μνημονίου, Μάιο του 2010, ώς και τον φετινό Μάρτιο, είχαμε 20.200 διαδηλώσεις σ’ ολόκληρη τη χώρα. «Περίπου 1.450 ημέρες, 14 διαδηλώσεις την ημέρα», κάνει τους υπολογισμούς του ο Διόδωρος Κυψελιώτης· «από αυτές, έγιναν στην Αθήνα 6.300, ήτοι κατά μέσον όρο 4 διαδηλώσεις κάθε ημέρα στην Πανεπιστημίου, τη Σταδίου, το Σύνταγμα» (Βήμα 4/5)!

Πριν από τρία χρόνια είχα σταθεί στα λόγια μιας καταστηματάρχισσας του εμπορικού κέντρου, που δήλωνε στην κάμερα ότι «το 2009 είχαμε 898 πορείες, 2,7 την ημέρα». Κι έλεγα κι εγώ, στην ίδια στατιστική λογική, πως, αν αφαιρούσαμε Κυριακές, γιορτές, αργίες, καλοκαιρινές διακοπές, οι πορείες θα ’πρεπε  να ’ναι πάνω από 4-5 κάθε εργάσιμη μέρα!

Ανάμεσα στην καταστηματάρχισσα και τον Δένδια ο νεόκοπος αρχηγός  Σταύρος (σκέτα, όπως το θέλει) μίλησε για 2,5 απεργίες την ημέρα, ίσως στρογγυλεύοντας το 2,7. Αλλά καλύτερα θα ξέρει ο Δένδιας, για να τον πιστεύει και ο σοβαρός και αξιόλογος Διόδωρος.

Ας σκύψουμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο σ’ αυτά τα μαθηματικά που τους αρέσουν:

Οι επίσημες αργίες, οπότε και δεν γίνονται διαδηλώσεις, είναι 14 τον χρόνο. Όμως, ούτε παραμονή Χριστουγέννων, που είναι εργάσιμη, έχουμε διαδηλώσεις· ούτε παραμονή αλλά και επομένη Πρωτοχρονιάς· ούτε και Μ. Σάββατο, ανάμεσα στις αργίες Μ. Παρασκευής και Κυριακής του Πάσχα· άρα 14+4= 18 μέρες χωρίς διαδηλώσεις. Συν 52 Κυριακές τον χρόνο, ίσον 70 μέρες χωρίς διαδηλώσεις. Να βάλουμε και τουλάχιστον 20 μέρες τον Αύγουστο; Φτάσαμε τις 90 μέρες τον χρόνο· επί 4 χρόνια= 360 μέρες χωρίς διαδηλώσεις. Τις αφαιρούμε από τις 1.450, ίσον 1.090 μέρες. Μοιράζουμε τις 6.300 αθηναϊκές διαδηλώσεις σ’ αυτές τις 1.090 μέρες, και έχουμε 5,77, σχεδόν 6 διαδηλώσεις τη μέρα, κάθε εργάσιμη μέρα, μόνο στην Αθήνα!

Κι αφού κατρακύλησε ώς εδώ η σοβαρότητά μας, πάμε και για πιο κάτω: 6 διαδηλώσεις κατά μέσο όρο τη μέρα, με δεδομένο ότι, ακόμα και ανάμεσα στις μέρες που επιδέχονται διαδηλώσεις, υπάρχουν αναντίρρητα και μέρες με 0 διαδηλώσεις, σημαίνει ότι θα υπάρχει και μέρα με 12 διαδηλώσεις!

Ζαλιστήκαμε; Αυτά έχουν τα ιδεολογικά μαθηματικά.

buzz it!

11/5/14

Ασκήσεις μνήμης, 76 (Στη δύση του μπαμπινιωτισμού; - Επιστήμη από μνήμης)

(Εφημερίδα των συντακτών, 10 Μαΐου 2014)


Στη δύση του μπαμπινιωτισμού;


Δεν ξέρω αν ζούμε, πάντως απροσδόκητα νωρίς, τη δύση του μπαμπινιωτισμού –λίγο η απομάκρυνσή του από την εξουσία του πανεπιστημίου (συνεργάτες και μαθητές, που παίρνουν τις αποστάσεις τους), λίγο η υπουργία του, που λειτούργησε αρνητικά έως και ισοπεδωτικά για το γόητρό του.

Θα έπρεπε κάποια στιγμή να γίνει ένας πρόχειρος έστω απολογισμός, τι έμεινε εντέλει από το κύριο έργο ενός γλωσσολόγου, αυτό που ο ίδιος θέλησε να είναι κύριο έργο του και στο οποίο χρωστά την ευρύτερη αναγνωρισιμότητά του, ενός γλωσσολόγου που εζήλωσε τη δόξα φιλολόγου, και υπηρετώντας ειδικά τα όσα αντιθέτουν τη φιλολογία στη γλωσσολογία, αφιερώθηκε στη ρυθμιστική από τη φύση της λεξικογραφία. Που την έκανε, από ιδεογλωσσικούς προφανώς λόγους, ακόμα πιο ρυθμιστική. Αναλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, να αποκαταστήσει την (ορθογραφική) Τάξη του κόσμου, επαναφέροντας (αντιγλωσσολογικά) παλιές, συχνά από αιώνες εγκαταλειμμένες ορθογραφήσεις, ανασυστήνοντας ή, ακόμα ακόμα, κατασκευάζοντας (αντιγλωσσολογικότατα) ορθογραφήσεις, σύμφωνα με κάποιο δικό του «δέον», όπως ο μηδέποτε υπάρξας «αίολος», αντί έωλος.

Τι έμεινε, λέω, από αυτά, σε λιγότερο από δύο δεκαετίες; Καμιά δεκαριά λέξεις και συντακτικοί τρόποι, το «κτήριο» και ο «ορθοπαιδικός» και το «αφορώ σε» (που δεν ήταν μόνο δικές του εισηγήσεις), το «πόσω μάλλον», το επίθημα -ήδικος (μπελαλήδικος) κ.ά. Ούτε το «ρωδάκινό» του υιοθέτησε κανείς, ούτε το «αγώρι», ούτε τη «φιλαινάδα», το «τσηρώτο», το «τραύηγμα», την «καλοιακούδα»… Και οι φιλόδοξες ορθογραφήσεις του, στα επόμενα λεξικά του, τη μια συνοδεύονταν από τη «σχολική ορθογραφία», την άλλη μπήκαν σε παρένθεση, ό,τι ακριβώς όφειλε να κάνει εξαρχής, όπως του είχε επισημανθεί, ώσπου έφτασε να διαφημίζει στο εξώφυλλο του πολλοστού λεξικού του πως ακολουθεί τη «σχολική ορθογραφία»!

Μια θολούρα έμεινε, από τις παλινωδίες ή τη διγλωσσία, σε θεωρίες όπως η περιλάλητη λεξιπενία, που αργότερα την ανασκεύασε ρητά, την επανέφερε ωστόσο, μεταμφιεσμένη, με τα περί «κακής ποιότητας» της γλώσσας· η θεωρία για τη γλώσσα που φτωχαίνει, που έγινε έπειτα διαβεβαίωση πως η γλώσσα ούτε φτωχαίνει ούτε κινδυνεύει, έπειτα όμως ξανακινδυνεύει, π.χ. από τα γκρίκλις, κ.ο.κ.

Θα ξεχαστούν όμως, πιστεύω, όλα αυτά, μαζί και οι σχετικές διαμάχες, όσο θα ξεθυμαίνει η επικοινωνιακή χλαπαταγή, θα μείνουν βεβαίως να πουλιούνται (αν αυτό, το εμπορικό, ήταν μόνο το ζητούμενο) τα αλλεπάλληλα, ομοειδή τα περισσότερα, λεξικά, όσο αμφιλεγόμενα και προβληματικά κι αν είναι, από επιστημονική αλλά και από χρηστική άποψη, άλλα με περισσότερα λάθη (άμμος της θαλάσσης στην α΄ έκδοση, που μοιραία θα παραμείνει σε δεκάδες χιλιάδες βιβλιοθήκες), άλλα με λιγότερα, με διαφορετικές κατά λεξικό ορθογραφήσεις –αλλά με την υπόδειξη, αλίμονο, πώς να γράφεται σωστά ο ροϊχλίνειος και η σοσάρα, ο ρώθων και η σολίτσα.

Αλλά κι αυτά, λάθη και λαθάκια, όπως και οι δικές μας γκρίνιες, θα ξεχαστούν, εκτός κι αν κάπου κάπου επιμένει να μας τα θυμίζει ο ίδιος.


Επιστήμη από μνήμης

Όπως λ.χ. στο τελευταίο Βήμα (4/5), όπου γράφει για «Ακούσματα της Μ. Εβδομάδος», που «εμπλούτισαν τη γλώσσα μας, προσδίδοντας κύρος [!] αλλά και εκφραστικότητα στον λόγο». Ένα από αυτά, το ψέλνω/ακούω  τον αναβαλλόμενο, «από το τροπάριο Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον [...], για μακρά και διαρκή επίπληξη που κάνω (ψάλλω...) ή δέχομαι (ακούω...) από κάποιον».
Και «πώς άλλαξε στη λαϊκή χρήση η αρχική έννοια της φράσης και από εύσημη έγινε κακόσημη»; «Η μακρά διάρκεια» λέει «του όλου ύμνου, που ψάλλεται όση ώρα διαρκεί η Aποκαθήλωση [...], έδωσε λαβή στη μεταφορική χρήση της φράσης με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο». 

Δεν είμαι σε θέση να ελέγξω την εξήγησή του για την αλλαγή, όμως σκέφτομαι, αυτός ο βαθιά θρησκευόμενος, ο θερμός υποστηρικτής του Χριστόδουλου, με πυκνή, πύρινη αρθρογραφία υπέρ θρησκείας και Εκκλησίας, δεν πήγε ποτέ του Μεγάλη Παρασκευή το πρωί σε εκκλησία; Να δει πως άλλο η αποκαθήλωση, και άλλο, έπειτα, η έξοδος και η περιφορά, μέσα στον ναό, του «καθαυτό» επιταφίου, του υφάσματος που εικονίζει την ταφή, και η εναπόθεσή του στο γνωστό κουβούκλιο (που η περιφορά του γίνεται πια το βράδυ), άρα η αναπαράσταση της ταφής, μετά από την οποία ψάλλεται πια το Σε τον αναβαλλόμενον… Που διαφορετικά από το μπαμπινιωτικό «Σε τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον» η υμνογραφία το θέλει: Σε τον αναβαλλόμενον ΤΟ φως ΩΣΠΕΡ ιμάτιον… 

Κι αν δεν πήγε εκκλησία ο πιστός, ο επιστήμονας δεν φρόντισε να ελέγξει;

Αλλά θα συνεχίσουμε.


ΥΓ. Στη 2η (ουσιαστικά 3η), τη διορθωμένη, έκδοση του Λεξικού του κ. Μπαμπινιώτη (απ’ όπου είναι, όπως δηλώνει, τα ερμηνεύματα των φράσεων που ανθολογεί στο άρθρο του Βήματος), παραμένουν τα περί αποκαθήλωσης κτλ., προστίθεται μόνο ότι η επίμαχη φράση «έχει την αφετηρία της στον Ψαλμό 103,2 του Δαβίδ»: όντως, εκεί είναι ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον, αλλά στο «τροπάριο», στον «ύμνο», όπως επιμένει ο κ. Μπαμπινιώτης, είναι αλλιώς.

buzz it!

3/5/14

Φύτεψε κι εσύ ένα βραβείο, μπορείς! - Κίνκι, κοινώς βιτσιόζικο

(Εφημερίδα των συντακτών, 3 Μαΐου 2014)


Φύτεψε κι εσύ ένα βραβείο, μπορείς!

Κοντός ψαλμός, αλληλούια. Σε λίγες μέρες θα ξέρουμε αν η «Πένα της Χρονιάς» θα είναι η Χρυσηίδα Δημουλίδου ή η Λένα Μαντά ή κάποια άλλη από τις συγγραφείς βιβλίων για την πλαζ. Και αν λ.χ. η Λένα Μαντά θα είναι «Πένα της Χρονιάς» στην κατηγορία «Μυθιστόρημα, Διήγημα» ή «Μεγάλες Συγκινήσεις» (ναι, υπάρχει και τέτοια κατηγορία!), ή, γιατί όχι, και στις δύο, αφού το βιβλίο της είχε προταθεί, όπως και αρκετά άλλα, και στις δύο κατηγορίες.

Αναφέρομαι στα Βραβεία Βιβλίου Public που θέσπισε η σχετικά νέα αλυσίδα μεγαλοκαταστημάτων, η οποία μπήκε φιλόδοξα και στον χώρο της υψηλής διανόησης, όταν ξεκίνησε πέρσι λ.χ. σειρά συζητήσεων του Άρη Πορτοσάλτε με τον Γιανναρά, τον Στέφανο Κασιμάτη, τον Ράμφο κ.ά.

Ας αφήσουμε όμως τον Πορτοσάλτε και τους καλεσμένους του, όσο κι αν έδωσαν συγκεκριμένο ιδεολογικό στίγμα στην πολιτιστική παρέμβαση της αλυσίδας, κι ας σταθούμε στο βραβείο, ένα βραβείο ακόμα, πλάι στα πλήθος άλλα. Γιατί είναι τα βραβεία οργανισμών με κάποιο ειδικό βάρος, εξ ορισμού ή κατά τεκμήριο, της Ακαδημίας Αθηνών, της Ακαδημίας Κινηματογράφου, τα Κρατικά Λογοτεχνικά, του ΕΚΕΜΕΛ, άλλα νεότερα αλλά με εγγυημένη αντιπροσωπευτικότητα, όπως το Μελίνα Μερκούρη ή το Δημήτρης Χορν. Και ακολουθούν άλλα, διάφορων λογοτεχνικών περιοδικών, σχεδόν άγνωστων, που τα σώζουν όμως κάποτε και τους προσδίδουν κύρος οι ίδιοι οι βραβευόμενοι. Αλλά βραβείο αλυσίδας μεγαλοκαταστημάτων, που προωθεί το βιβλίο πλαζ-ξαπλώστρας, με ελάχιστα άλλα σοβαρά, σαν άλλοθι κυρίως, κοινώς ξεκάρφωμα, εξασφαλίζοντας προβολή και δωρεάν διαφήμιση;

Απ’ την άλλη, θα πείτε, καλύτερο ήταν τάχα το κατευθυνόμενο Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ, με λίστες προεπιλεγμένων βιβλίων απ’ τις οποίες πια καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες, κάτι σαν τη γιαγιά με το σταυρωμένο απ’ το σπίτι ψηφοδέλτιο; Εντυπωσιακά ήθη, ιδίως για Εθνικό Κέντρο Βιβλίου!

Ή τα θεατρικά βραβεία του Αθηνοράματος; Όπου συναγωνίζονται (α) θεατρικές αίθουσες των 30-50 θέσεων με θέατρα των 150-200, αλλά και με άλλα των 1.000 και 2.000 θέσεων (π.χ. Μπάτμιντον)· (β) παραστάσεις που παίζονται 15-20, άντε 30 μέρες, με παραστάσεις που κρατούν ολόκληρη σεζόν. Πόσο πιο σκανδαλωδώς άνισοι μπορεί να είναι οι όροι; Άρα διαβλητό το αποτέλεσμα;

Βραβεία δημοσίων σχέσεων λοιπόν, ή σκέτες μπίζνες.


Κίνκι, κοινώς βιτσιόζικο

«Τοίχο τοίχο πρέπει να κυκλοφορεί, αν τυχόν έχει κανένα ντιμπέιτ με τους συνυποψηφίους του ο Κασιδιάρης, γιατί κινδυνεύει… φτερά και πούπουλα…»

Αυτή ήταν η συμβουλή (από τηλεοπτική εκπομπή της ΧΑ) προς τον υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων από τον σύντροφό του Παναγιώταρο, με περγαμηνές στον αντιομοφυλόφιλο αγώνα, π.χ. όταν έβριζε έξω από το Χυτήριο τις «γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες».

Αλλά τι συμβουλή είναι αυτή; Αφού ο επαΐων Παναγιώταρος ξέρει πως τα φτερά και πούπουλα, ιδίως τα «ώριμα σύκα» κατά τον κ. Γεωργουσόπουλο, εν πάση περιπτώσει οι αδερφές, σύμφωνα με το κοινό μυστικό για δύο συνυποψηφίους του Κασιδιάρη, έτσι όπως τον ξεφώνισε τον έναν στην τηλεόραση ο Βαλλιανάτος, τον άλλο μέσα στη Βουλή ο ομόδοξος Γιώργος Καρατζαφέρης· ξέρει λοιπόν ο Παναγιώταρος πως τα φτερά και πούπουλα δεν ορέγονται κώλο, ώστε να τον  φυλάει πηγαίνοντας τοίχο τοίχο ο μικρός Ηλίας, αλλά το άλλο, το μπροστά.

Τι θέλει τότε ίσως να μας πει ο Άρχων Τεστοστερόνης; Θα ’λεγε δηλαδή ποτέ στον Συνάρχοντα Γιάννη Λαγό να πηγαίνει τοίχο τοίχο; Ή η παραίνεση αφορά ειδικά ένα αβρό αποτριχωμένο αγόρι;

Πισώπλατα μαχαιρώματα λοιπόν; 

Όμως γένονται τέτοια πράματα; Δεν εννοώ τα μαχαιρώματα. Τα άλλα, λέω, τα μακριά από μας. Γένονται τέτοια από Φρουρούς της Τάξης και της Αρμονίας του Κόσμου, άρα και της τάξης των φύλων; Θα μου πείτε τώρα για τα SA, τα Τάγματα Εφόδου του Ρεμ. Αμ γι’ αυτό τα πέρασε από λεπίδι όλα εκείνα τα «ομοφυλόφιλα γουρούνια», τη Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών, ο Χίτλερ.

Ε, εξαίρεση θα ’ναι τώρα ο «Μέγας Δραγόνος» της Κου Κλουξ Κλαν Καρολίνας, ονόματι Φρέιζερ Γκλεν Μίλλερ, αυτός που πριν από δύο βδομάδες μακέλεψε τρία άτομα στην εβραϊκή κοινότητα του Κάνσας. Κι έτσι θα ξέπλυνε το αμάρτημά του, που τον είχαν πιάσει στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου με μαύρη τραβεστί σε ακατονόμαστες πράξεις: σε στάση compromising λέει η είδηση: να εννοήσουμε λοιπόν παθητική; αν μάλιστα λάβουμε υπόψη τον πάγιο καημό των απανταχού τραβεστί, ότι οι περισσότεροι πελάτες τους ορέγονται παθητικό; Βέβαια, τη μαύρη τραβεστί την ψώνισε για να τη δείρει, ισχυρίστηκε ο Μέγας Δραγόνος, κι ύστερα το ’να έφερε τ’ άλλο…

Κάλλιο μακριά από τραβεστές και σύκα λοιπόν. Ποτέ δεν ξέρεις πότε το ’να θα φέρει τ’ άλλο.

Οπότε, τοίχο τοίχο.


buzz it!